Ε΄ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ - ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο Ε΄13-19
Νοελληνική Απόδοση
Είπε ο Κύριος στους μαθητές του: «Εσείς είστε το φως για τον κόσμο· μια
πόλη κτισμένη ψηλά στο βουνό, δεν μπορεί να κρυφτεί. Οι άνθρωποι, όταν ανάψουν
το λυχνάρι, δεν το βάζουν κάτω από το δοχείο με το οποίο μετρούν το σιτάρι,
αλλά το τοποθετούν στον λυχνοστάτη, για να φωτίζει όλους τους ανθρώπους του
σπιτιού. Έτσι να λάμψει και το δικό σας φως μπροστά στους ανθρώπους, για να
δουν τα καλά σας έργα και να δοξολογήσουν τον ουράνιο Πατέρα σας.
Μη νομίσετε πως ήρθα για να καταργήσω τον νόμο ή τους προφήτες. Δεν ήρθα
για να τα καταργήσω, αλλά για να πραγματοποιήσω. Σας βεβαιώνω πως όσο υπάρχει ο
κόσμος, έως τη συντέλειά του, δεν θα πάψει να ισχύει ούτε ένα γιώτα ή μια οξεία
από τον νόμο. Όποιος, λοιπόν, καταργήσει ακόμα και μία από τις πιο μικρές
εντολές αυτού του νόμου και διδάξει έτσι τους άλλους, θα θεωρηθεί ελάχιστος στη
βασιλεία του Θεού, ενώ όποιος τις τηρήσει όλες και διδάξει έτσι και τους
άλλους, αυτός θα θεωρηθεί μεγάλος στη βασιλεία του Θεού».
Σχολιασμός
Κάθε χρόνο στις 30 Ιανουαρίου τιμάμε τους τρεις Ιεράρχες: τον Μέγα
Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Η γιορτή των
Τριών Ιεραρχών εισάγεται στην εκκλησία, στα μέσα του 11ου αιώνα, με σκοπό να δώσει
τέλος στον φανατισμό που παρουσιάζεται στην εκκλησία για το ποιος από τους
τρεις ιεράρχες είναι ο σπουδαιότερος. Εκείνη την εποχή, μεγάλος αριθμός ιερωμένων
και πιστών έχουν χωριστεί σε τρεις ομάδες: τους Ιωαννίτες, τους Γρηγορίτες και
Βασιλείτες. Στη διαμάχη αυτή, δίνει τέλος ο Μητροπολίτης Ιωάννης ο Μαυρόπους,
που αναλαμβάνει να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες παρατάξεις και προτείνει, κατά
προτροπή των Τριών Ιεραρχών, που τους βλέπει σε οπτασία να συσταθεί κοινή
γιορτή και για τους τρεις. Η πρόταση αυτή ικανοποιεί τις τρεις αντιμαχόμενες παρατάξεις,
και βρίσκει απήχηση στο λαό. Η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, εκτός από τον
εκκλησιαστικό χαρακτήρα έχει και εκπαιδευτικό, εφόσον συντελούν στην ανάπτυξη
της χριστιανικής διδασκαλίας σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των αρχαίων ελληνικών
γραμμάτων.
Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα που προέρχεται από την επί του Όρους Ομιλία,
ο Χριστός παρομοιάζει τους μαθητές του: με φως του κόσμου, με πόλη κτισμένη
πάνω σε βουνό που φαίνεται από παντού και με λυχνάρι που καίει επάνω στον
λυχνοστάτη. Όλες οι παραπάνω παρομοιώσεις αναδεικνύουν τους μαθητές του Χριστού
σαν φωτεινούς οδηγούς των ανθρώπων που δείχνουν τον δρόμο προς το πραγματικό
φως, που είναι ο Θεός. Αν σκεφτούμε πόσο σημαντικό είναι το φως στη ζωή μας
σήμερα, μόνο έτσι θα καταλάβουμε τα λόγια του Κυρίου.
Μέσα στην Αγία Γραφή υπάρχει
έντονη η παρουσία του φωτός, σε μεγάλα γεγονότα. Στη δημιουργία του κόσμου: «εἶπεν
ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς»(Γεν. Α΄-3) εκεί καθορίζεται η μέρα από
τη νύχτα. Όταν ο Θεός παραδίδει τις 10
εντολές στον Μωυσή, το όρος Σινά καλύπτεται από φως, δείχνοντας την παρουσία
του Θεού. Κατά την γέννηση του Χριστού, ένα αστέρι φωτίζει τη σπηλιά της Βηθλεέμ υποδεικνύοντας τον ερχομό του Κυρίου, ενώ κατά
την Μεταμόρφωση στο όρος Θαβώρ, το πρόσωπο του Χριστού λάμπει όπως ο ήλιος, και
τα ρούχα του γίνονται λευκά, δείγμα της θεϊκής του δύναμης. Πολλές φορές, ο Χριστός
παρομοιάζει τον εαυτό του με φως: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου·
ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία αλλ ' έξει το φως της ζωής »( Ιωάννου Η΄-12). Το φως κατά κύριο λόγο
σημαίνει τον πνευματικό φωτισμό του ανθρώπου.
Το δεύτερο μεγάλο θέμα του σημερινού ευαγγελίου, είναι η σχέση του
Χριστού με τον μωσαϊκό νόμο. Απαντώντας
σε αυτούς που τον κατηγορούν ότι με τη διδασκαλία και τα έργα του, στρέφεται
εναντίον του νόμου τονίζει: “Δεν ήρθα για να καταργήσω τον νόμο ή τους προφήτες
αλλά για να τον εκπληρώσω». Ο Χριστός μιλά
για την ουσία του νόμου. Στη συνέχεια ο Κύριος
τονίζει ξεκάθαρα “ος δ' αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας
κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών.” (Ματθαίος Ε΄- 19). Δηλαδή η έμπρακτη
εφαρμογή του λόγου του Θεού είναι η καλύτερη διδασκαλία. Η χριστιανική ιδιότητα
εκφράζεται με έργα, κι όχι με θεωρίες.
Βιογραφίες των Τριών
Ιεραρχών
Μέγας Βασίλειος
O Άγιος Βασίλειος γεννιέται
στη Νεοκαισάρεια του Πόντου, αλλά μεγαλώνει στην Καππαδοκία. Ανατρέφεται μέσα
σε ένα χριστιανικό περιβάλλον. Ο πατέρας του Βασίλειος, ασκεί το επάγγελμα του
καθηγητή της ρητορικής και η μητέρα του
η Αγία Εμμέλεια, είναι απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων.
Στην οικογένεια εκτός από τον Βασίλειο υπάρχουν άλλα οκτώ ή εννέα παιδιά.
Μεταξύ αυτών, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο άγιος Ναυκράτιος που γίνεται
ασκητής, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβάστειας.
Σπουδάζει στην Καισάρεια, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλεξάνδρεια και τέλος στην Αθήνα, ιατρική, ρητορική, αστρονομία,
γεωμετρία και θεολογία και εκεί, συνδέεται φιλικά με τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό. Ο Βασίλειος ύστερα
από τις σπουδές του, γυρίζει στην Καισάρεια και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, γίνεται
καθηγητής της ρητορικής. Επηρεασμένος από τον θάνατο του αδελφού του, μοναχού
Ναυκρατίου, βαπτίζεται χριστιανός, και αποφασίζει να γίνει μοναχός. Στη
συνέχεια, γίνεται διάκονος, ιερέας και επίσκοπος Καισάρειας. Υποστηρίζει το Σύμβολο
της Πίστεως και αντιτάσσεται στις
αιρέσεις των πρωτοχριστιανικών χρόνων, μεταξύ των οποίων και του Αρειανισμού.
Ο Μέγας Βασίλειος, θεμελιώνει τη χριστιανική
του θεολογία, αντλώντας επιλεκτικά θέματα από την πλατωνική φιλοσοφία. Καθημερινά,
διδάσκει εξηγώντας το ευαγγέλιο και δίνει συμβουλές στους νέους να διαβάζουν ελληνική ιστορία, μυθολογία, ποίηση και
φιλοσοφία. Γράφει πολλά βιβλία, επιστολές, κηρύγματα, ομιλίες, προσευχές και το
πιο σημαντικό τη Θεία Λειτουργία που φέρει το όνομά του και τελείται στις εκκλησίες
δέκα φορές τον χρόνο. Μένει στην ιστορία
ως Μέγας γιατί ως επίσκοπος, ιδρύει τη γνωστή Βασιλειάδα, μία ολόκληρη
πόλη με νοσοκομείο, πτωχοκομείο, γηροκομείο, λεπροκομείο, σχολείο ξενώνα κτλ.
Στο έργο αυτό της φιλανθρωπίας αφιερώνει όλα του τα υπάρχοντα και τη ζωή του,
μέχρι την κοίμησή του. Ιστορική μένει η απάντηση που δίνει στον απεσταλμένο του
αυτοκράτορα, ύπαρχο Μόδεστο, όταν τον απειλεί με δήμευση της περιουσίας του,
εξορία, βασανιστήρια και θάνατο: «Τίποτε από αυτά δε φοβάμαι» του απαντά,
«γιατί περιουσία δεν έχω παρά μόνο τα φτωχά μου ρούχα και λίγα βιβλία. Εξορία
δε φοβάμαι, γιατί όλοι σ’ αυτή τη ζωή είμαστε σαν τα πουλιά χωρίς μόνιμη στέγη.
Βάσανα δε λογαριάζω, γιατί το ασθενικό μου σώμα γρήγορα θα πεθάνει και ο
θάνατος θα με φέρει κοντά στο Θεό, για τον οποίο ζω και εργάζομαι». Η εκκλησία
γιορτάζει την μνήμη του, την 1η Ιανουαρίου.
Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, διακρίνεται για τη ρητορική του τέχνη. Η
διδασκαλία και το κήρυγμά του συγκινεί όλους τους ανθρώπους και γι’ αυτό
ονομάζεται «Χρυσόστομος», δηλαδή όταν κηρύττει είναι σαν να
τρέχει χρυσάφι από το στόμα του. Γεννιέται στην Αντιόχεια της Συρίας. Ο πατέρας του είναι ο ανώτερος αξιωματικός
Σεκούνδος και από μικρή ηλικία μένει
ορφανός, πέφτοντας το βάρος της ανατροφής του στην μητέρα του, Ανθούσα. Ο Ιωάννης, σπουδάζει ρητορική, στη
σχολή του δασκάλου Λιβάνιου. Μετά τις
φιλοσοφικές και νομικές σπουδές του, ασκεί στην Αντιόχεια το επάγγελμα
του δικηγόρου. Όταν βαπτίζεται χριστιανός, εγκαταλείπει την δικηγορία και αποφασίζει
να γίνει μοναχός. Ύστερα από μερικά χρόνια ασκητικής ζωής, ο Ιωάννης χειροτονείται
διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος.
Το κήρυγμά του είναι εξαιρετικό και σε κάθε ομιλία του, μαζεύεται πλήθος
κόσμου. Χάρη στην ευγλωττία του, η φήμη
του διαδίδεται σε όλη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και εκλέγεται
αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης. Από τη
νέα θέση, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναπτύσσει ποιμαντικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο. Ιδρύει ιδρύματα, όπως πτωχοκομεία και γηροκομεία και
καθιερώνει συσσίτιο, με σκοπό την ανακούφιση των φτωχών, των ορφανών, των ξένων
και των αρρώστων. Καταργεί κάθε πολυτέλεια στην εκκλησία, περιορίζει στο
ελάχιστο τα έξοδα του κλήρου, εκποιεί διάφορα πολύτιμα σκεύη που δεν είναι
απαραίτητα και δίνει τα χρήματα σε έργα αγάπης. .
Στο πρόσωπο του η χριστιανική ρητορική βρίσκει τον εκπρόσωπο της. Στις
ομιλίες του εμβαθύνει στα μεγάλα
ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και στα καθημερινά προβλήματα της κοινωνίας. Καταγγέλλει
την κοινωνική αδικία, καταδικάζει τις αυθαιρεσίες του πολιτικού συστήματος και
στρέφεται ενάντια του διεφθαρμένου κλήρου. Μπορεί να καταφέρνει να κατακτά την καρδιά του λαού, παράλληλα όμως προκαλεί πλήθος
αντιδράσεων εκ μέρους εκείνων που θίγονται από το κήρυγμα του. Έτσι
δημιουργείται ένα αντι-Χρυσοστομικό κλίμα, κυρίως από το περιβάλλον της
Αυτοκράτειρας Ευδοξίας, την οποία ελέγχει για τις αδικίες της. Ο άγιος Ιωάννης
αποστέλλεται τρεις φορές στην εξορία και την Τρίτη, πεθαίνει από τις κακουχίες.
Ο Χρυσόστομος, θεωρείται λαμπρός
σχολιαστής της Αγίας Γραφής. Έχουν διαφυλαχθεί περίπου 600 ομιλίες του για
διάφορα θέματα. Ο αναγνώστης κάθε εποχής μελετώντας το έργο του, διαπιστώνει τη
ρητορική του δεινότητα και τη βιβλική του κατάρτιση. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η
Θεία Λειτουργία που φέρει το όνομά του και ακούμε κάθε Κυριακή. Η εκκλησία μας
τιμά την μνήμη του στις 13 Νοεμβρίου και στις 27 Ιανουαρίου (Ανακομιδή).
Άγιος Γρηγόριος
ο Θεολόγος ή Ναζιανζηνός
Ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε, κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας και γι
αυτό και ονομάζεται Ναζιανζηνός. Κατάγεται από παλιά και πλούσια οικογένεια του
τόπου του. Η μητέρα του Νόννα και ο πατέρας του, επίσκοπος Γρηγόριος, του δίνουν
χριστιανική ανατροφή. Τα πρώτα γράμματα τα μαθαίνει στη Ναζιανζό και μετά στην Καισάρεια
της Καππαδοκίας, όπου γνωρίζεται και γίνεται φίλος με τον Άγιο Βασίλειο για όλη
του τη ζωή. Ο Γρηγόριος σπουδάζει στην Αθήνα μαζί με τον Βασίλειο και
επιστρέφει στην Ναζιανζό όπου βαπτίζεται. Αργότερα βοηθά τον πατέρα του, στα ποιμαντικά του έργα
και χειροτονείται πρεσβύτερος. Ύστερα από μερικά χρόνια, μετά από επιμονή του
φίλου του και αρχιεπισκόπου Καισαρείας Βασιλείου, χειροτονείται από τον ίδιο,
επίσκοπος.
Εκείνο που κάνει τον Γρηγόριο μεγάλο ποιμένα της εκκλησίας είναι η
υπεράσπιση της ορθοδοξίας, από τον Αρειανισμό. Για την προσφορά του αυτή ονομάζεται
«Θεολόγος» και είναι ο δεύτερος που παίρνει αυτόν τον «τίτλο» μετά τον
ευαγγελιστή Ιωάννη ενώ ο τρίτος είναι ο Συμεών ο νέος ο Θεολόγος. Όταν στέφεται
αυτοκράτορας ο Μέγας Θεοδόσιος, καθιερώνει με διάταγμα την ορθοδοξία και τότε
αναδεικνύεται ο Γρηγόριος, αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης και πρόεδρος της Β’
Οικουμενικής Συνόδου. Από αυτή τη θέση, μαζί με άλλους ιεράρχες συμπληρώνουν το
Σύμβολο της Πίστεως που άρχισε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος. Για να εξασφαλίσει
όμως την ειρήνη της εκκλησίας, παραιτείται από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο και την
προεδρία της συνόδου και επιστρέφει στον τόπο του όπου περνά την υπόλοιπη ζωή
του με προσευχή, διάβασμα και συγγραφή βιβλίων.
Ο Γρηγόριος διακρίνεται για τον αγνό του χαρακτήρα και το τεράστιο
συγγραφικό του έργο, που περιλαμβάνει λόγους, επιστολές και ποιήματα. Η εκκλησία
μας τον τιμά στις 25 Ιανουαρίου.
Οφείλουμε να ακτινοβολούμε από το «φως» του ευαγγελίου και να το
εφαρμόζουμε στη ζωή μας με πρότυπό μας
τον Χριστό, όπως έκαναν οι Τρείς Ιεράρχες. Η προσφορά τους στην ανθρωπότητα
είναι μοναδική, εφόσον κατορθώνουν να
συμφιλιώσουν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με την χριστιανική πίστη. Είναι τόσο
μεγάλη η καλοσύνη και η φιλανθρωπία τους, που δεν υπολογίζουν πλούτη, χρήματα
και εξουσία. Διαθέτουν όλα τα υπάρχοντά τους για να δώσουν χαρά στους
συνάνθρωπούς τους. Το παράδειγμά τους, ας είναι πάντα φωτεινό, για να μας
δείχνει τον δρόμο.
Κείμενα Δήμητρας Κούσουλα
για το blog του Ιερού Ναού «Παναγίας Ρόδον το Αμάραντο Πειραιώς»
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου